ΜΕΡΙΚΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ
ΤΗΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΒΕΪΚΟΥ
Το κείμενο που ακολουθεί
περιλαμβάνει: α. έναν κριτικό σχολιασμό των
εισηγήσεων που παρουσιάστηκαν από τις καθηγήτριες
Θ. Δραγώνα και L. Herwartz-Emden στην ημερίδα της
Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών με θέμα «Η Πρόκληση
της Μετανάστευσης: Δημοκρατία Εκπαίδευση Τέχνη»
και οι οποίες αναφέρονταν σε ζητήματα
διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στην ελληνική και
γερμανική εκπαίδευση, και β. μερικές επισημάνσεις
για τα καίρια προβλήματα που ανακύπτουν κατά την
εφαρμογή διαπολιτισμικών εκπαιδευτικών
προγραμμάτων στις ευρωπαϊκές χώρες σήμερα.
Οι δύο διακεκριμένες ομιλήτριες, που έχουν
αφιερώσει μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής και
ερευνητικής τους δραστηριότητας στα προβλήματα της
πολυπολιτισμικής εκπαίδευσης, μας έδωσαν δύο πολύ
ενδιαφέροντα εκπαιδευτικά παραδείγματα, από την
κεντρική και τη νότια Ευρώπη.
Τα κοινά φαινόμενα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, οι
δημογραφικές μεταβολές και οι δομικές πληθυσμιακές
αλλαγές στις ευρωπαϊκές χώρες, προκαλούν
υποβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, παράγουν
«εκπαιδευτική φτώχεια», όπως το έθεσε η κ. Herwartz-Emden, που αποτελεί σταθερή απειλή για
την κοινωνική συνοχή, αφού το επίπεδο της
εκπαίδευσης συνδέεται πάντοτε με την αγορά
εργασίας. Η ομιλήτρια μάλιστα τόνισε την ανάγκη
για περισσότερες σχετικές έρευνες.
Νομίζω όμως ότι τέτοιες έρευνες δεν μπορούν να
περιορίζονται μόνον στο εκπ αιδευτικό πεδίο αλλά
πρέπει να καλύπτουν την ευρύτερη κοινωνική
συγκρότηση και μάλιστα με μια διακρατική,
διαπολιτισμική προοπτική, γιατί τα κοινωνικά
προβλήματα έχουν δυναμική εξέλιξη, δεν αποτελούν
ιδιαιτερότητα του ευρωπαϊκού χώρου και δεν έχουν
σύνορα. Διαφορετικά το εκπαιδευτικό εγχείρημα
απλώς κατακερματίζεται σε επιμέρους αποσπασματικές
απόπειρες επίλυσης αυτών των γενικών προβλημάτων
σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο.
Όπως φαίνεται ένα από τα κρισιμότερα προβλήματα
που αντιμετωπίζει τις τελευταίες δεκαετίες ο
δυτικός πολιτισμός είναι ότι βρίσκεται στην ανάγκη
να αμφισβητήσει ο ίδιος, εκ των έσω, την κυριαρχία
του στις νέες συνθήκες του πολιτισμικού
πλουραλισμού και να δημιουργήσει όλο και
περισσότερο χώρο – υλικό και συμβολικό – για τις
διαφορετικές κουλτούρες που καλείται να
ενσωματώσει.
Η κ. Δραγώνα τόνισε τους στόχους και τις
διαδικασίες που οφείλει να εφαρμόζει η απαραίτητη
πλέον πολυπολιτισμική εκπαίδευση με αναφορά σε
μειονοτικές κυρίως ομάδες, ενώ η κ. Herwartz-Emden
αναφέρθηκε ιδιαίτερα στα προβλήματα των
υποκειμένων της εκπαίδευσης με αναφορά σε μαθητές
που προέρχονται από μεταναστευτικές ομάδες. Και
στις δύο ομιλίες φάνηκε έντονα η διασύνδεση και
αλληλεξάρτηση των κοινωνικών μεταβολών από τη μία
και των εκπαιδευτικών στόχων και πρακτικών από την
άλλη.
Ένα πρώτο ερώτημα, που αναφέρεται γενικά στα
παραπάνω ζητήματα, είναι τι προτεραιότητες πρέπει
να έχει μια κοινωνία και ένα κράτος, που ήδη
βρίσκεται σε συνθήκες κρίσης, έναντι μιας
ελλειμματικής εκπαίδευσης τόσο για τους γηγενείς
όσο, και πολύ περισσότερο, για τους
μεταναστευτικής ή μειονοτικής προέλευσης μαθητές;
Θεωρώ ότι εδώ έχουμε να αντιμετωπίσουμε έναν φαύλο
κύκλο: η κοινωνική παθογένεια προκαλεί
εκπαιδευτική υστέρηση η οποία όμως δεν μπορεί να
αποκατασταθεί λόγω ακριβώς της κοινωνικής
κρίσης.
Διακρίσεις και αποκλεισμοί που συντηρούνται από
θεσμικούς μηχανισμούς του εκπαιδευτικού συστήματος
υπάρχουν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Για την
υπέρβασή τους και οι δύο ομιλήτριες προτείνουν
μιαν εκπαιδευτική στρατηγική με βάση τον διάλογο
και την συναντίληψη μεταξύ των διαφορετικών ομάδων
και της κυρίαρχης κοινωνίας. Αναρωτιέμαι όμως πώς
μπορούν να αρθούν τέτοιοι μηχανισμοί που φαίνονται
να υποστηρίζονται όχι μόνον από τις κρατικές
διαδικασίες αλλά και από τις ίδιες τις αντιλήψεις
των πολιτών;
Τα δύο μοντέλα διαχείρισης του πολιτισμικού
πλουραλισμού, που περιέγραψε η κ. Δραγώνα, αφορούν
την διοικητική – σε κρατικό επίπεδο – οργάνωση των
σχέσεων πλειονότητας / μειονοτήτων. Στην
εκπαίδευση ωστόσο, πέραν της ισότητας και των
μορφωτικών ευκαιριών, υπεισέρχονται και άλλα
ζητήματα ιδεολογίας, θρησκευτικής πίστης και
γλωσσικής και εθνικής παράδοσης, τα οποία, σε
συνθήκες καταπίεσης, αναδεικνύονται εντονότερα
ακόμα και από τα κοινωνικά δικαιώματ α. Εδώ
προβάλλει ισχυρά η ιδιαιτερότητα των ομάδων και η
απορία μου είναι πώς αυτές οι ποικίλες
ιδιαιτερότητες μπορούν να ενταχθούν σε κοινούς
μορφωτικούς κανόνες, ώστε τα παιδιά που μεγαλώνουν
και μορφώνονται σε δυσμενείς συνθήκες να έχουν
μιαν ομαλή και επιτυχή κοινωνική εξέλιξη;
Όπως έδειξε η κ. Δραγώνα, η κοινωνική
πραγματικότητα φέρνει στο φως δύο σημαντικές
συγκρούσεις: Σύγκρουση
ανάμεσα στα αιτήματα των μειονοτικών ομάδων από τη
μία και στα αιτήματα της κυρίαρχης κρατικής
πολιτικής από την άλλη. Σύγκρουση
ανάμεσα στις αντιστάσεις της κυρίαρχης ομάδας από
τη μία και στις διεκδικήσεις της μειονότητας στα
ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της (γλώσσα,
θρησκεία, πολιτισμός) από την
άλλη. Και οι δύο συγκρούσεις
επηρεάζουν τόσο την πολιτική όσο και την πρακτική
της εκπαίδευσης.
Το ερώτημα μου είναι πώς μπορούμε να
ξεπεράσουμε τις αμφίπλευρες αντιστάσεις, ώστε να
επικρατεί κοινωνική αρμονία και να προσφέρεται
αποτελεσματική εκπαίδευση; Εστιάζοντας μάλιστα
στην ελληνική πραγματικότητα θα ήθελα να
παρατηρήσω ότι η αντίσταση της ελληνικής κοινωνίας
προς την αποδοχή της ετερότητας παράγεται βέβαια
από την παραδοσιακή αυτοαντίληψη ενός ιστορικά
αδιάσπαστου και ενιαίου ελληνικού έθνους-κράτους,
αναθερμαίνεται όμως επίσης από τις έντονες και
αυξανόμενες διεθνείς πληθυσμιακές μετακινήσεις,
για τις οποίες δεν ήταν ούτε έτοιμη ούτε πρόθυμη
τόσο η κρατική υποδομή όσο και η ελληνική
κοινωνία.
Η κ. Δραγώνα έθεσε εμφατικά το δικαίωμα των
μειονοτικών μαθητών για μια «δίκαιη» εκπαίδευση. Αμφιβάλλω αν ο χαρακτηρισμός «δίκαιη» είναι ο
κατάλληλος για την συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί
έτσι περιορίζουμε το μορφωτικό αγαθό ως ένα ηθικό
ή/και νομικό καθήκον της πολιτείας, πράγμα
αυτονόητο, ενώ το πρόβλημα πλέον αφορά τη
λειτουργικότητα και την αποδοτικότητα της
παρεχόμενης μόρφωσης. Εξάλλου τί μορφή μπορεί να
έχει η «δίκαιη» εκπαίδευση, όταν ο ποικιλόμορφος
εκπαιδευτικός πληθυσμός ορίζει και αισθάνεται
διαφορετικά τις μορφωτικές ανάγκες των παιδιών
του; Και μάλιστα όταν στο ίδιο το εσωτερικό των
μειονοτικών ομάδων υπάρχουν διαφοροποιημένες
αντιλήψεις που οδηγούν σε συγκρούσεις τόσο μεταξύ
τους όσο και με την κυρίαρχη εξουσία;
Το πρόβλημα της διαπολιτισμικής αντίληψης και
πρακτικής στην εκπαίδευση καθώς και το πρόβλημα
του χειρισμού των μειονοτικών ομάδων αφορούν, με
διαφορετικούς τρόπους, όλα σχεδόν τα δυτικά κράτη. Τέτοιου είδους προβλήματα οξύνονται ιδιαίτερα σε
εποχές οικονομικών και κοινωνικών κρίσεων και
επηρεάζουν άμεσα τους μαθητές, «τα παιδιά που
βρίσκονται σε κίνδυνο», όπως τα ονόμασε η κ. Herwartz-Emden.
Η γενική τάση στα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά
προγράμματα φαίνεται πως είναι σήμερα η επιδίωξη
της ισότιμης και διαλεκτικής συμμετοχής των
ποικίλων διαφορετικών μαθητών σε κοινούς
μορφωτικούς θεσμούς και διαδικασίες. Θα ήθελα όμως
να τονίσω πως ακόμη και όταν αποδεχόμαστε ότι
μπορεί ίσως να λειτουργήσει ένα τέτοιο ιδανικό
μοντέλο επικοινωνίας των ομάδων, αυτό θα έρχεται
συνεχώς σε αντιπαράθεση προς την κοινωνική
πραγματικότητα – που σημαίνει ότι τα παιδιά θα
εξακολουθούν να βρίσκονται σε κίνδυνο, αιωρούμενα
ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες καθώς θα βιώνουν
συνεχώς την αντίφαση μεταξύ των εκπαιδευτικών και
των κοινωνικών προτύπων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι
πώς θα καταφέρει το σχολείο να επιτύχει μια
ισορροπία ανάμεσα στις επιταγές για ενσωμάτωση και
την απαίτηση για διαφοροποίηση των ποικίλων
πληθυσμιακών ομάδων;
Η κ. Herwartz-Emden προσέθεσε ανάμεσα στα
συναφή εκπαιδευτικά προβλήματα και την ανάγκη
προσφοράς επαγγελματικής κατάρτισης στους μαθητές
που προέρχονται από μεταναστευτικές ομάδες. Μας
περιέγραψε πώς μία πρακτική ενσωμάτωσης των νεαρών
μεταναστών μαθητών στο γερμανικό εκπαιδευτικό
σύστημα είναι η παροχή αποτελεσματικής
επαγγελματικής κατάρτισης που οδηγεί σε εύρεση
εργασίας, πράγμα που συντελεί σε προσωπική
ευμάρεια και κοινωνική συνοχή. Αναρωτιέμαι όμως
μήπως στην παρώθηση των ξένων μαθητών προς την
επαγγελματική εκπαίδευση υπολανθάνει και πάλι μία
διαχωριστική μεταχείριση γηγενών και μεταναστών
μαθητών δημιουργώντας έτσι μαθητές «δύο
ταχυτήτων»; Νομίζω πως στην εκπαίδευση δεν αρκεί
να προσφέρουμε απλώς ίσες ευκαιρίες στους μαθητές·
οφείλουμε να διαθέτουμε και ίσες προσδοκίες για
την επιτυχία τους.
Όπως τόνισε η κ. Herwartz-Emden, η επιτυχής
ενσωμάτωση των μεταναστών μαθητών θα αποτελέσει
ισχυρό παράγοντα κοινωνικής συνοχής για τις
ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα
εγκατάστασης αυξανόμενου αριθμού μεταναστών. Το
πρόβλημα όμως που αναδύεται όλο και εντονότερα
σήμερα, στον πολιτικό δημόσιο λόγο κυρίως, είναι η
επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για περιορισμό,
αποκλεισμό ή/και αποπομπή των μεταναστών. Αυτό
σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η έως τώρα
εκπαιδευτική πολιτική που εφαρμόστηκε στις χώρες
αυτές δεν απέδωσε. Άραγε πώς μπορούμε να
επιτύχουμε τώρα μία συνδιαλλαγή πολιτικών και
εκπαιδευτικών πρακτικών, έτσι ώστε η αυξημένη
ετερογένεια του πληθυσμού της Ευρώπης να μην
αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην προσφορά
κατάλληλης και επαρκούς μόρφωσης στους νέους
πολίτες;
Όπως φαίνεται μία λύση θα ήταν η αλλαγή των
εκπαιδευτικών προτύπων και στόχων. Η ισότητα
μορφωτικών ευκαιριών δεν εξασφαλίζεται μόνον με
την προσφορά των κλασικών γνωστικών προγραμμάτων
σπουδών στους υποβαθμισμένους μαθητικούς
πληθυσμούς. Απαραίτητη είναι και η ανάπτυξη
κοινωνικών δεξιοτήτων, ένας επικοινωνιακός και
τεχνολογικός εγγραμματισμός, που να ανταποκρίνεται
στις συνθήκες των συγκεκριμένων κοινωνιών. Και
βέβαια τα εκπαιδευτικά συστήματα πρέπει να
μετατοπισθούν από την μονοπολιτισμική προς μία
πολυπολι τισμική κατεύθυνση, ώστε να μεταμορφώσουν
τα ελλείμματα που πηγάζουν από την πληθυσμιακή
πολυμορφία σε διαπολιτισμική εμπειρία και
επικοινωνία.